11 Μαΐου, 2017

11



Ο ΑΝΤΟΝΙ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ σε βαθιά περισυλλογή. Ο άχρηστος βοηθός του -όταν συνήλθε από το μεγάλο φαγοπότι και τις κατραπακιές- του είπε όσα είχε μάθει από το Στράτο Μπίγκμαν: ο Άντριου Χάτζι γυμναζόταν στο "Συνειδητοποιημένο Σφίχτερμαν", πάντα μαζί με τρεις άλλους πελάτες που εκείνος είχε φέρει στο γυμναστήριο.
"Και μάντεψε τι, αρχηγέ! Ήταν όλοι φαγκότα" είχε πει ο Τεό.
"Δηλαδή;" είχε ρωτήσει ο Άντονι.
"Πιπεροτρίφτες."
"Δεν σε καταλαβαίνω, μίλα ελληνικά, ρε κιορατά."
"Οχουυυυυύ! Συκαρίες, φιρουλί φιρουλό, γκέιλορντ... πώς το λένε; Τομπαίρνουλες... ροζαλίες... αδελφές, ρε παιδί μου."
"Εικάζω πως εννοείς κίναιδοι."
"Ποιος ήρθε;"
"Άγιε μου Γεράσιμε, δώσ' μου δύναμη... Δεν έχει σημασία, κατάλαβα. Πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Σου είπε τα ονόματα των τριών άλλων ο Στράτο;" είχε ρωτήσει ο Άντονι.
"Όχι, δεν τα γνωρίζει. Χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα και το Στράτο δεν τον ένοιαζε, του αρκούσε που πλήρωναν τις συνδρομές του. Εξάλλου είχε εγγυηθεί ο Χάτζι. Ήταν ο Μπέιμπι Μπέαρ, ο Χαίρι Mπαμπλ και ο Σόρτντικ. Ρώτησα το Στράτο αν είχε δει κανέναν στα αποδυτήρια κι αν ήταν κοντοψώλης και μου είπε πως το Σόρτντικ σημαίνει ακριβώς αυτό: μικροτσούτσουνος. Έχει να τους δει όλους εδώ και μέρες ενώ ήταν τακτικοί."
"Με λίγα λόγια δεν αποκλείεται τα απομεινάρια που έχουμε βρει να ανήκουν σε αυτούς! Πρέπει να ερευνήσουμε το σπίτι του Χάτζι, ίσως υπάρχουν στοιχεία. Θα πας εσύ στο σπίτι του να ψάξεις. Εγώ θα μιλήσω με την ιδιοκτήτρια του Αλέγκρου Τσουκαλιού. Πρόσεχε όμως, κακομοίρη μου. Αν σταματήσεις οπουδήποτε για μάσα θα το μάθω. Και τότε μαύρο φίδι που σ' έφαγε" είχε προειδοποιήσει το φαταούλα ντέπιουτι ο σερίφης.
Τώρα σκεφτόταν την επίσκεψή του στη σεφ-όχι-μαγείρισσα του Αλέγκρου Τσουκαλιού. Την είχε δει κάνα δυο φορές στην πόλη, ήταν ωραία κοπέλα, επομένως δεν μπορούσε να παρουσιαστεί σαν το λέτσο έστω κι αν πήγαινε στο μαγαζί της για επαγγελματικούς λόγους. Θα περνούσε πρώτα από το Τορνευτό Καπούλι για τριμάρισμα των μαλλιών του και μια περιποίηση προσώπου. Ναι, αυτό θα έκανε.
Όταν έφτασε στο ινστιτούτο καλλονής της Μόνικας τον περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η βοηθός-πιστολάκι τον πληροφόρησε πως το αγαπημένο τράβελ-γκερλ του Γκρόουβ είχε φύγει για ένα παρασκευοσαββατοκύριακο R&R με έναν μπασκετμπολίστα και πως η ίδια πνιγόταν και δεν μπορούσε να τον εξυπηρετήσει.
"Και τι θα κάνω εγώ τώρα; Ποιος θα με κουρέψει και θα με περιποιηθεί;" ρώτησε αγανακτισμένος ο Άντονι. Αμάν αυτή η φλόγα, τέχνη, ζωή, σουβλάκι, περγαμόντο. Όποτε της κάπνιζε έβαζε λουκέτο στο μαγαζί σαν την άλλη τη σιγανοπαπαδιά τη ζωντοχήρα και σηκωνόταν και έφευγε.
"Τι να σας πω, σερίφη... Γιατί δεν πάτε στο Ροζ Κανίς; Ίσως μπορούν να κάνουν κάτι εκεί" απάντησε η βοηθός-πιστολάκι.
"Ροζ Κανίς; Τι είναι πάλι αυτό;"
"Το κομμωτήριο σκύλων που άνοιξε πριν από ένα μήνα δύο δρόμους παρακάτω. Κάνουν απίθανα κουρέματα στους σκύλους, είμαι σίγουρη πως θα τα καταφέρουν με ένα τριμάρισμα."
Μουρμουρίζοντας, ο Άντονι πήγε στη διεύθυνση που του υπέδειξε η βοηθός-πιστολάκι. Το Ροζ Κανίς εξωτερικά δεν διέφερε πολύ από ένα ανθρώπινο κομμωτήριο, απλώς ήταν πιο εντυπωσιακό. Τι κατάντια, σκέφτηκε ο Άντονι. Ο καπιταλισμός σε όλο του το μεγαλείο. Κομμώσεις σκύλων! Σε λίγο θα βγάλουν και μπουρδέλα σκύλων, που να τους χωθεί ο διάολος μέσα τους! Παρ' όλα αυτά μπήκε στο μαγαζί αφού δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς.
"Καλώς το σερίφη!" είπε μια γνώριμη φωνή.
Ο Άντονι είδε έκπληκτος μπροστά του τον Ιλάι Μπακαλό, τον πρώην βοηθό του. "Τι γυρεύεις εσύ εδώ, Ιλάι;" ρώτησε.
"Εγώ τι γυρεύω εδώ; Δικό μου είναι το κατάστημα, αρχηγέ! Και είμαι ο Ιλί πλέον, όχι ο Ιλάι. Ιλί Βακαλό. Η πελατεία εκτιμάει καλύτερα τα γαλλικά ονόματα. Εξάλλου, έχω πάρει δίπλωμα από την Ανωτάτη Σχολή Κομμωτικής Κυνών των Παρισίων."
"Πήρες εσύ δίπλωμα από γαλλική σχολή; Ξέρεις γαλλικά;" ρώτησε ο Άντονι.
"Μα μπιεν σιγ! Βουλέ βου κουσέ αβέκ μουά σε σουάγ; Μεγσί μποκού, λεμί μπουκαλιόν, κε σε κεσέ κε σε μπολ, χιμί ζουζουνιόν" είπε ο Ιλί.
"Έχω εντυπωσιαστεί... Εγώ δεν ξέρω γρι γαλλικά."
"Σάμπως ξέρω γω" είπε μέσα από τα δόντια του ο Ιλί.
"Τι είπες;"
"Σε τι οφείλω την επίσκεψή σου λέω, αρχηγέ."
"Α... Ήθελα να κόψω λίγο τα μαλλιά και τα μούσια και να φρεσκαριστώ, αλλά η Μόνικα έχει πάρει τα όρη, τ' άγρια βουνά. Και μου είπανε για το μαγαζί σου" είπε ο Άντονι, νιώθοντας λίγο άβολα επειδή είχε διώξει με τις κλοτσιές παλιότερα τον Ιλί από το τμήμα. "Δεν ξέρω αν μπορείς να με βοηθήσεις..."
"Μα και βέβαια. Τον αρχηγό δεν θα βοηθήσω; Κάτσε να φέρω μια καρέκλα, τους σκύλους τους βάζω στο τραπέζι" είπε ο Ιλί.
Σε λίγο ο Άντονι καθόταν στην καρέκλα του, με μια πετσέτα γύρω από το λαιμό και ο Ιλί έκανε τα δικά του.
"Δεν έχεις και έναν καθρέφτη, βρε παιδάκι μου, να βλέπω τι κάνεις" είπε ο σερίφης.
"Ε, οι σκύλοι δεν έχουν ανάγκη από καθρέφτες, τι να τον κάνω; Μην ανησυχείς, αρχηγάρα μου, θα σε κάνω εγώ κούκλο."
Μιάμιση αργότερα και αφού ο Ιλί πέρασε τον Άντονι με διάφορα πατσουλιά και χυσαμόλες, του κούρεψε μαλλιά και μούσια, τον χτένισε και του πάστωσε τα μούτρα με κρέμες, του ανακοίνωσε πως ήταν έτοιμος. "50 ευρώ, αρχηγέ" είπε στο σερίφη.
"Τι λες, ρε Ιλί; Φωτιά και λάβρα είσαι. Τόσα πολλά δίνουν για τους σκύλους;"
"Όχι, για τους σκύλους δίνουν περισσότερα. Τσάμπα τις έκανα τις σπουδές στη Γαλλία; Θα σου δώσω και μια τσάντα δώρο" είπε ο Ιλί και έφερε στον Άντονι μια πάνινη τσάντα.
"Αυτή έχει γατιά επάνω!" είπε ο Άντονι.
"Ας όψεται η μαλάκω η ζωντοχήρα! Έκανε ολόκληρη φασαρία επειδή έδινα τσάντες μόνο με σκυλιά, υποστηρίζοντας πως πρόκειται για ρατσιστική συμπεριφορά και ρητορική μίσους κατά των γατιών. Για να μη χάσω τους πελάτες που μου στέλνει από το κωλοπετ-σοπ της αναγκάστηκα να φέρω και τσάντες με γατιά. Γυναίκες!"
Υπό άλλες συνθήκες ο Άντονι θα του έκανε παρατήρηση επειδή μίλησε άσχημα για την αγνή θεά του, όμως δεν του είχε περάσει ακόμα το τσούξιμο για τον Τζάρβις. Έσκασε το πενηντάρικο, πήρε τη τσάντα και έφυγε.
Όταν μπήκε στο περιπολικό και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη κόντεψε να πάει από αποπληξία. Το μαλλί του ήταν πιο πλατινέ και από της Μονρόε, ενώ πάνω από το μέτωπο υψωνόταν ένα πορτοκαλί κοκκόρι. Έμοιαζε με... με... πώς το 'πε ο Τεό... με τομπαίρνουλα φασιανό. "Κιορατά, Ιλί, που να σου πάρει ο διάολος τσι φύτρες και σένα και των Γάλλων... γαμώ τα κάδρα του σπιτιού σου... που να σου χώσει κεριά στο κώλο ο άγιος Γεράσιμος... μου την είχες φυλαγμένη... μου πήρες και το πενηντάρι, γαμώ τη μεταξωτή δαντέλα στο μεσοφόρι της Παναΐας..." Σκέφτηκε να γυρίσει πίσω να καταχερίσει τον σκυλοκομμωτή, αλλά ήταν σε ώρα υπηρεσίας, έπρεπε να συγκρατηθεί. Σανίδωσε το περιπολικό και έφυγε, τινάζοντας χαλίκια και αφήνοντας πίσω του τη μυρωδιά του καμένου λάστιχου.

***

Όταν μπήκε στο Αλέγκρο Τσουκάλι, που ήταν γεμάτο κόσμο, όλα τα μάτια στράφηκαν πάνω του. Ρεντίκολο θα γινόταν εξαιτίας του σκυλομπαρμπέρη. Θα του 'βγαινε το όνομα τώρα στ' απότρυγα. Είχε αφήσει και το καπέλο του στο τμήμα, αφού δεν φόρεσε στολή, παρά πήγε με πολιτικά ως άρμοζε σε έναν τζέντλεμαν.
"Σερίφη! Τι τιμή για το μαγαζί μου" είπε μια γλυκιά γυναικεία φωνή.
Ο σερίφης γύρισε και είδε την ιδιοκτήτρια του εστιατορίου, την Άννι Γουίλκς. Τι οπτασία, μα τα πασούμια του αγίου! Από κοντά ήταν ακόμα πιο όμορφη από όσο τη θυμόταν από τις λίγες φορές που την είχε δει στην πόλη. Φορούσε ένα κοντό λουλουδάτο φόρεμα που τόνιζε τη λεπτή μεσούλα και τα ωραία πόδια της. Τα μαλλιά της κάτω από το μαγειρικό σκούφο της είχαν το ρόδινο χρώμα της αυγής, ενώ τα σκούρα μάτια της έλαμπαν σαν μαύρα βότσαλα μετά από μια απαλή καλοκαιρινή μπόρα. Και κείνο το ναζιάρικο ύφος της... αν δεν ήταν ήδη ερωτευμένος με τη μοσκιά του, θα ερωτευόταν την Άννι Γουίλκς...
"Ground control to major Tom..." είπε η Άννι, γελώντας τσαχπίνικα.
"Με συγχωρείτε... αφαιρέθηκα... Γνωρίζετε ποιος είμαι, λοιπόν;" είπε ξεψυχισμένα ο Άντονι.
"Φυσικά" απάντησε η Άννι και τον έπιασε αλά μπρατσέτα. "Είναι δυνατόν να μη γνωρίζω τον πιο γοητευτικό άντρα του Γκρόουβ. Μου θυμίζετε Εγγλέζο τζέντλεμαν. Και είστε τόσο μοντέρνος! Ήρθατε να δοκιμάσετε τη σπεσιαλιτέ μου;"
Ο Άντονι, τυλιγμένος σε ένα μυρωδάτο σύννεφο από το άρωμα της Άννι, ένιωσε τα πόδια του να μην τον κρατάνε. "Εεε... Εγώ... Ναι... Δηλαδή όχι... Όχι... Έχω έρθει για επαγγελματικούς λόγους..."
"Για επαγγελματικούς λόγους; Δε μπορώ να φανταστώ πώς θα μπορούσα εγώ να βοηθήσω το αστυνομικό τμήμα του Γκρόουβ, αλλά αφού ήρθατε για κάποια υπόθεση, πάμε να τα πούμε στο σπίτι μου. Είναι πίσω από το εστιατόριο" είπε η σεφ του Αλέγκρου Τσουκαλιού.
Καλά καλά χωρίς να καταλάβει πώς, ο Άντονι βρέθηκε στην κουζίνα του σπιτιού της, καθισμένος σε μια καρέκλα στο τραπέζι της. Παντού υπήρχαν εργαλεία του επαγγέλματός της. Μαχαιράκια, μαχαίρες... αλυσοπρίονο; Τσεκούρι; Τόξο; Κοντόκανη καραμπίνα; Τη σήμερον η τέχνη της μαγειρικής είχε γίνει υπερβολικά πολύπλοκη...
"Μια και ήρθατε ως εδώ, πρέπει να δοκιμάσετε τη σπεσιαλιτέ μου" είπε η Άννι και έβαλε μπροστά του ένα πιάτο με αρωματικό στιφάδο.
"Εγώ... σας έφερα ένα μικρό δώρο" είπε ο Άντονι και έβγαλε από την τσάντα με τα γατιά δύο ποτήρια στα οποία απεικονιζόταν το ζεύγος Γλίξμπουργκ. "Πρόκειται για οικογενειακό κειμήλιο" εξήγησε "και θεώρησα πως είναι κατάλληλο για ένα εστιατόριο."
"Τι γλυκός που είστε" είπε η Άννι. "Σας ευχαριστώ πολύ. Έχω και το κατάλληλο ποτό για να τα εγκαινιάσουμε" πρόσθεσε και έφερε μια παγωμένη σαμπάνια Μοέτ.
Από κει και πέρα ο χρόνος κύλησε όπως το νερό στο αυλάκι, συνοδεία σαμπάνιας, κρεμμυδιών στιφάδο και άλλης σαμπάνιας. Ο Άντονι ένιωθε τα μάτια του να βαραίνουν όλο και πιο πολύ. Κάτι ήθελε να κάνει, αλλά τι; Ένιωθε πως είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό. Όλα μέσα στο μυαλό του γύριζαν και οι σκέψεις του ξεγλιστρούσαν. Πού ήταν η γλυκιά Άννι;
"Άλλο ένα ποτήρι" την άκουσε να λέει "και μετά πρέπει να γυρίσω στο εστιατόριο. Ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Έτσι γίνεται όταν έχεις καλή παρέα."
"Ούτε γω κατάλαβα..." μουρμούρισε ο Άντονι και σήκωσε τα μάτια του προς το μέρος απ' όπου ερχόταν η φωνή της. Στεκόταν μπροστά του. "Τι είναι αυτό πίσω από την πλάτη σας;" ρώτησε προσπαθώντας να εστιάσει το βλέμμα του.
"Α, είναι η κατάνα μου. Ένα παραδοσιακό ιαπωνικό σπαθί το οποίο χρησιμοποιώ για να ψήνω Γιακιτόρι."
"Γιακι...τί;" είπε ο Άντονι.
"Γιακιτόρι. Ιαπωνικό σουβλάκι με μέλι και τζίντζερ. Είναι μια τεχνική των αρχαίων Σαμουράι. Όταν βρίσκονταν στις ερημιές, περνούσαν το κρέας στις κατάνες τους και το έψηναν σε αυτές αντί σούβλας. Περιμένετε να σας δείξω" είπε και, τραβώντας το σπαθί με μια σβέλτη κίνηση, άρχισε να κάνει μ' αυτό γρήγορες κινήσεις πάνω από το κεφάλι της.
"Προσέξτε! Θα τραυματιστείτε, Άννι!" φώναξε ο Άντονι κοψοχολιασμένος.
"Α, μην ανησυχείτε, έχω εξασκηθεί πολύ" του είπε εκείνη γελώντας και έβαλε το σπαθί πάλι στη θήκη του. "Λοιπόν, πρέπει να σας ξεπροβοδίσω, πρέπει να επιστρέψω στη δουλειά μου. Χάρηκα πάρα πολύ που τα είπαμε."
"Που τα είπαμε... ναι..." Τι είχαν πει; Ο Άντονι δεν θυμόταν τίποτε απολύτως. Σηκώθηκε τρικλίζοντας και την ακολούθησε στην έξοδο. Όταν έφτασε στο περιπολικό και κάθησε στη θέση του οδηγού, προσπάθησε να φέρει στο μυαλό του τη συζήτησή τους αλλά ήταν αδύνατον. Από τη στιγμή που άρχισε να τρώει στιφάδο μέχρι τη στιγμή που του έκανε την επίδειξη με την κατάνα όλα ήταν ένα μαύρο κενό. (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

11

Ο ΑΝΤΟΝΙ ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ σε βαθιά περισυλλογή. Ο άχρηστος βοηθός του -όταν συνήλθε από το μεγάλο φαγοπότι και τις κατραπακιές- του είπε ό...