30 Απριλίου, 2017

6



Ο ΤΕΟ ΑΝΗΦΟΡΙΖΕ με το περιπολικό ένα κακοτράχαλο μονοπάτι στο Δάσος του Φουρκισμένου, το οποίο είχε ονομαστεί έτσι από ένα μακρινό θείο του Άντονι Τζουγκανάτο που κρεμάστηκε από μια φτελιά όταν το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του, μια χήρα παπαδιά με εφτά παιδιά, κλέφτηκε με έναν πλανόδιο πωλητή ερωτικών βοηθημάτων τα οποία μπορούσαν να μετατραπούν σε βεντούζες αποφράξεων. Σύμφωνα με τον τοπικό μύθο, πριν φουρκιστεί, ο τύπος είχε ρίξει κατάρα και όποιος περιπλανώμενος έχεζε εκεί πάθαινε μόνιμη δυσκοιλιότητα, στούμπωνε και πέθαινε εντέλει με φριχτούς πόνους. Αυτός, έλεγαν οι παλιοί, ήταν ο λόγος που όλες οι αρκούδες του δάσους του Φουρκισμένου είχαν μεταναστεύσει στα τριγύρω βουνά -τα ζώα είχαν ένστικτο. Δεισιδαιμονίες, φυσικά. Ο Τεό είχε κοπρίσει επανειλημμένα σχεδόν όλα τα πουρνάρια και το έντερό του λειτουργούσε ρολόι. Ο Άντονι όμως ήταν προληπτικός και δεν πατούσε ποτέ εκεί. Ο γερο-σπασοκλαμπάνιας ήταν ανυπόφορος ώρες-ώρες αλλά ο Τεό έλπιζε πως δεν θα είχε τη μοίρα του αυτόχειρα συγγενή του, αν και δυστυχώς όλα έδειχναν πως η ζωντοχήρα ιδιοκτήτρια πετ-σοπ με τα εφτά ζωντανά θα τον έστελνε στον τάφο πριν την ώρα του.
Ούτως ή άλλως το πρόβλημα του Τεό τώρα δεν ήταν η κατάληξη του Άντονι, αλλά το γεγονός ότι ο μήνας καλά καλά δεν είχε φτάσει 15 και είχε φάει όλο το μισθό του -κυριολεκτικά. Χρειαζόταν ρευστό. Και ο μόνος τρόπος για να το αποκτήσει ήταν να αρμέξει τις "αγελάδες" του. Μία από αυτές ήταν ο Ντίμι Τζιανούλι, ο ιδιοκτήτης του παράνομου αποστακτήριου. Μπορεί να ήταν φίλος και πρώην συνεργάτης του Τεό, όμως τώρα ο Τεό ήταν εκπρόσωπος του νόμου και δεν μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτια στις παράνομες δραστηριότητες ακόμα κι όταν αυτές προέρχονταν από αγαπητά του πρόσωπα -εκτός αν υπήρχε ΠΟΛΥ καλός λόγος. Και στην περίπτωση του Τζιανούλι υπήρχαν τρεις πολύ καλοί λόγοι. Τα τρία κατοσταδόλαρα που έσκαγε κάθε μήνα ο Ντίμι στον Τεό για να παραβλέπει τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ που υψώνονταν πάνω από τα δέντρα του Δάσους του Φουρκισμένου. Τo αποστακτήριο τροφοδοτούσε όλα τα καταγώγια της πόλης με φτηνό αλκοόλ έτσι ώστε ήταν όλοι ευχαριστημένοι, ιδιοκτήτες και πελάτες. Ο μόνος που δεν γνώριζε για την ύπαρξή του ήταν ο ιδεαλιστής και ονειροπόλος σερίφης, όμως όπως έλεγε και η παροιμία των Σιου, «αυτό που δεν γνωρίζεις δεν μπορεί να σε βλάψει.»
Ο Τεό πάρκαρε το περιπολικό εκεί όπου ο χωματοδρόμος έδινε τη θέση του σε αγκωνάρια και χαμόκλαδα και έκανε με τα πόδια την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι το αποστακτήριο. Όταν μπήκε μέσα είδε τον Ντίμι να ανακατεύει με την κουτάλα το απόσταγμα και τον Πέλο Τζαμ, τον ιδιοκτήτη του μεζεδοπωλείου «Ένα Ούζο στο Πιρούνι», να ασχολείται με το αγαπημένο του χόμπι, εκείνο του δοκιμαστή.
«Καλά το ΄χω πει ότι με αγαπάνε και οι τρεις πρώην πεθερές μου» φώναξε εύθυμα όταν είδε τους μεζέδες που είχαν ετοιμάσει οι φίλοι του.
Οι δύο άντρες στράφηκαν προς το μέρος του. Ο Πέλο Τζαμ κόντεψε να καταπιεί το πιρούνι με το λουκανικάκι που κρατούσε μπροστά στο στόμα του και ο Ντίμι σήκωσε την κουτάλα για να κοπανήσει το αγνώστου ταυτότητας ομιλόν θαλασσινό που αντίκρισε.
«Τι είναι αυτό που φοράς, ρε μαλάκα;» ρώτησε ο Πέλο μετά την πρώτη έκπληξη.
«Φουλ-φέις» απάντησε ο Τεό.
«Αυτό το βλέπω. Γιατί έχει πλοκάμια;»
«Δεν μας έχει εγκρίνει κανονικά το υπουργείο Δημόσιας Τάξης. Αυτό το ‘χω από το πάρτι με τις Σουηδέζες την Πρωτοχρονιά» είπε ο Τεό, που αυτή τη φορά φορούσε ένα γαλάζιο φουλ-φέις τύπου Νυαρλαθοτέπ.
«Τσέχες δεν ήταν; Και γιατί το φοράς;» ρώτησε ο Τζιανούλι.
«Άλλο πάρτι αυτό. Λοιπόν, παιδιά, βιάζομαι… μμμ... ωραίο φαίνεται αυτό το σαλαμάκι μπίρας, κάτσε να δοκιμάσω… σιχτίρ… μπφφ…. μου μπήκαν στο στόμα τα πλοκάμια… γαμήδια… Εντάξει, τα κατάφερα… τι έλεγα; Α, ναι… Βιάζομαι, πρέπει να ανακρίνω κόσμο. Ντίμι, ετοίμασέ μου ένα καλαθάκι για το δρόμο και φέρε το ρευστό, να την κοπανήσω.»
«Τι έγινε; Κατούρησε κάνας γάτος τις πετούνιες έξω από το δημαρχείο και ψάχνεις τον ένοχο; Tη ζωντοχήρα να ανακρίνεις» είπε γελώντας ο Πέλο.
«Σαν να ‘βαλε ψύχρα ξαφνικά…» είπε θιγμένος ο Τεό. Όλοι νόμιζαν ότι οι μπάτσοι του Γκρόουβ έξυναν τα παπάρια τους νυχθημερόν, αλλά θα τους έφευγε η μαγκιά όταν θα έβγαιναν τα νέα στη φόρα. «Δεν μπορώ να πω τι έγινε, πρόκειται για άκρως απόρρητη υπόθεση, όμως ένα σας λέω: τόσο καιρό κυκλοφορούσε ένας ψυχοπαθής δολοφόνος ανάμεσά μας και θα…»
«Κόψε το δούλεμα, ρε Τεό» τον διέκοψε ο Τζιανούλι. «Πες τα σε κάναν τουρίστα αυτά, όχι σε μας που ξέρουμε ότι την τελευταία φορά που βρέθηκε πτώμα στο Γκρόουβ ήταν όταν ο Σαλβατόρε έχωσε τη νυφίτσα στον κώλο του. Τhey call him Judge, his last name is Dreeeed, so break the law, and you may wind up deeeead!» τραγούδησε κοροϊδευτικά, κουνώντας την κουτάλα πέρα δώθε και τινάζοντας σταγόνες αποστάγματος σαν χεβιμεταλάς ιερωμένος τα Θεοφάνια.
«Έχετε χάρη που δεν μπορώ να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες, αλλά αν ξαναδείτε εκείνον τον κανίβαλο φραγκοφονιά, τον Καραλάμπι, να κλέβει μποστάνια εμένα να με χέσετε» είπε τσαντισμένος ο Τεό. «Ούτε ξέρω πόσες φορές θα του ρίξουν ισόβια όταν δουν τα μισοφαγωμένα απομεινάρια αυτών που κλάδεψε. Έτσι δεν με πιστεύατε όταν έλεγα ότι ο Χάτζι την κουνάει την αχλαδιά, αλλά να που το ξεριζωμένο κωλάντερό του τώρα είπε την αλήθεια. Τι είναι κείνο κει, ρε Ντίμι, δίπλα στις σαρδέλες; Τσορίζο ή Μπούρενβουρστ;»
Όταν δεν πήρε απάντηση, σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τους δύο άντρες. Είχαν μείνει με ανοιχτό το στόμα.
«Ναι, τι;» είπε ο Τεό. «Σας είπα, δεν μπορώ να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες. Ντίμι, το καλαθάκι μου και το χρήμα, σβέλτα. Και δεν χρειάζεται να σας πω να μη μιλήσετε σε ΚΑΝΕΝΑΝ. Ο ανθρωποφάγος μπορεί να έχει συνεργούς.»
«Τελικά, το φουλ-φέις γιατί το φοράς;» ψέλισσε ο Πέλο.
«Για να ρωτάς… λολ… τρολόλ….» απάντησε ο Τεό.
***
Καθώς ο ντέπιουτι του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ επέστρεφε στην πόλη με το τριακοσάρι στην τσέπη και το καλαθάκι ανοιχτό δίπλα του για να τσιμπολογάει επειδή η απότομη κατάβαση από το βουνό πάντα του προκαλούσε ίλιγγο και αναγούλα, ακούστηκε από τον ασύρματο ο αρχηγός. «Τεό! Πού είσαι, βρε γυμνοσάλιαγκα; Πού γαμπρίζεις πάλι και μ’ έχεις αφήσει μόνο μου στο τμήμα;»
«Αχηγέ, συ δε μ’ έφστειλες να κάω ανάκγιση;» είπε μπουκωμένος με αυστριακό σπεκ ο Τεό.
«Τρως πάλι, βρε αδηφάγε κορκόδειλε, που να σε φάει η μαρμάγκα; Με πήρε τηλέφωνο η ζωντοχήρα. Πετάξου γρήγορα στο σπίτι της να σου δώσει το κουάκερ. Θέλει να το κρατήσω σπίτι μου λίγες μέρες μέχρι να το πάει για στείρωση γιατί καβαλάει τις γάτες της.»
Αμάν αυτός ο άνθρωπος! Όλο Τεό και Τεό. Ούτε λίγο απάκι δεν μπορούσε να φάει με την ησυχία του. «Το κουάκερ; Καβαλάει τις γάτες; Τι είναι αυτά που λες, αρχηγέ;»
«Το ζούδι της ζωντοχήρας, βρε όρνιο! Κείνο το αυστραλέζικο που λέει ότι βρήκε στην αυλή αλλά γύρευε ποιος χαραμοφάης μορφονιός της το χάρισε!» είπε πικραμένος ο Άντονι.
«Α, τον Αρπατόνε! Κουόκα είναι, όχι κουάκερ.»
«Κουόκα, μουόκα, κακό ψόφο να ΄χει κι αυτό και ο μαχαλόμαγκας που της το ΄δωσε. Πήγαινε πάρ’ το και έπειτα έλα κατευθείαν εδώ γιατί περιμένω το δόκτορα Ζαγκαρόλα και τη Μόνικα για την αυτοψία. Όλα τα ΄χαμε, τα καυλωμένα ποντίκια μας λείπανε» είπε ο σερίφης.
«Τη Μόνικα τι τη θες; Βρέθηκε κι άλλο κωλάντερο;» ρώτησε ο Τεό.
«Μπα που να φας τη γλώσσα σου, που μόνο αυτή δεν έχεις φάει! Θεός φυλάξοι! Δεν βρέθηκε άλλο κωλάντερο, όμως η Μόνικα είναι μια αισθητικός, ασχολείται με το ανθρώπινο σώμα, έχει γνώσεις ανθρωπολογίας. Μπορεί να φανεί χρήσιμη.»
«Μαρσιποφόρο» είπε ο Τεό.
«Τι μαρσιποφόρο; Τι λες πάλι;» ρώτησε ο Άντονι.
«Ο Αρπατόνε είναι μαρσιποφόρο, δεν είναι ποντίκι» εξήγησε ο Τεό.
«Ποντίκια να σε φάνε!» φώναξε αγανακτισμένος ο σερίφης. Ακολούθησε σιγή ασυρμάτου.

Γ.Α.

(Συνεχίζεται)

29 Απριλίου, 2017

5



Ο ΤΕΟ ΚΟΙΤΑΞΕ τον αναίσθητο ανθρωποφάγο στο πίσω μέρος του περιπολικού. Είχε κοψομεσιαστεί για να τον σύρει εκεί μέσα. Του είχε περάσει χειροπέδες και επιπλέον θα τους χώριζε το κοτετσόσυρμα που είχε εγκαταστήσει μόνος του ανάμεσα στα μπρος και τα πίσω καθίσματα του οχήματος αφού το κράτος είχε κάνει περικοπές στα κονδύλια για τα Σώματα Ασφαλείας και δεν είχε εγκρίνει κανονικό περιπολικό στο Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ. Πολιτικοί! Δεκάρα δεν έδιναν για τον κίνδυνο που διέτρεχαν από παράφρονες κανιβάλους οι άνθρωποι που πρόσφεραν κοινωνικό έργο και θυσίαζαν την...

"Μάικ Άλφα Λίμα Άλφα Κίλο Άλφα Τάνγκο Έκο Όσκαρ! Μάικ Άλφα Λίμα Άλφα Κίλο Άλφα Τάνγκο Έκο Όσκαρ!" φώναξε μια βροντερή φωνή από τον ασύρματο του περιπολικού. "Μάικ Άλφα Λίμα Άλφα Κίλο Άλφα Τάνγκο Έκο Όσκαρ!"

O Τεό άρπαξε το μικρόφωνο. "Αρχηγέ, εσύ; Τι είναι αυτά που τσαμπουνάς;"

"Δεν αναγνωρίζεις το διεθνές φωνητικό αλφάβητο, ρε κιορατά; Είσαι και ντέπιουτι, γαμώ τη ρίζα σου! Βάλε στη σειρά τα αρχικά να καταλάβεις!" βρυχήθηκε ο Άντονι Τζουγκανάτο από τον ασύρματο.

"Μάικ Άλφα Λίμα Άλφα Κίλο Άλφα Τάνγκο Έκο Όσκαρ" επανέλαβε ο Τεό. "Δηλαδή ΜΑΛΑΚΑΤΕΟ... Ε, ναι, και; Τι είναι το ΜΑΛΑΚΑΤΕΟ;" ρώτησε απορημένος.

"ΜΑΛΑΚΑ ΤΕΟ! Να τι είναι, διαόλου φύτρα. Είπα το δεσπότη Παναγιώτη μέχρι να πάω στο "Τορνευτό Καπούλι" με τα πόδια και να γυρίσω επειδή έφαγες τα λεφτά της μπενζίνας. Έλα πίσω και θα σε κανονίσω."

"Αρχηγέ, αν ακούσεις τι έχω να σου πω θα μου στήσεις άγαλμα. Έχω συγκλονιστικά νέα!" είπε με αυτάρεσκο ύφος ο Τεό.

"Σοβαρά μιλάς ή με κογιονάρεις; Έμαθες τίποτα από την Άννι Γουίλκς;"

"Ρε ποια Άννι Γουίλκς και κολοκύθια στο πάτερο! Συνέλαβα το δολοφόνο του Άντριου Χάτζι! Και έχει φάει κι άλλους!"

"Θα βουρλιστώ! Λες αλήθεια, βρε; Μπράβο, λεβέντη μου! Εύγε, παλικάρι μου! Συγχαρητήρια, αετέ νυχάτε μου! Τι επιτυχία για το τμήμα μας! Φέρ' τον γρήγορα εδώ. Ποιος είναι;" ρώτησε περιχαρής ο Άντονι.

"Ο Τζον Καραλάμπι" απάντησε ο Τεό.

"Τι λες, βρε γλαροδόλωμα; Είσαι για τα σίδερα, ντενεκέ ξεγάνωτε; Είσαι ντιπ νιόνιος; Ο Τζον είναι αρνί του Θεού, δεν έχει πειράξει ούτε μύγα, όχι να σκοτώσει άνθρωπο. Άσ' τον ελεύθερο γιατί..."

"Αρχηγέ, έρχομαι εκεί με τα πειστήρια!" είπε ο Τεό και έκλεισε θιγμένος τον ασύρματο στα μούτρα του σερίφη. Μπήκε στο περιπολικό και το έβαλε μπροστά. Ο αρχηγός τον είχε για κουραδομηχανή που δεν έκανε τίποτε άλλο από το να τρώει, όμως θα του έδειχνε αυτός και... Από το να τρώει, ε; Χμμ... Εξαιτίας του μαλάκα του κανιβάλου θα έχανε το στιφάδο της Άννι Γουίλκς. Ίσως έπρεπε να περάσει μια βόλτα από το "Αλέγκρο Τσουκάλι", ούτως ή άλλως ο μακελάρης ήταν αναίσθητος οπότε...

"Lex malla, lex nulla!*" είπε μια φωνή πίσω του.

Ο Τεό έβγαλε μια τσιρίδα που μπορούσε να συναγωνιστεί έναν κόντρα τενόρο και τινάχτηκε δέκα πόντους πάνω από το κάθισμά του. Κοίταξε έντρομος πίσω του και είδε το σίριαλ κίλερ να τον κοιτάζει με το απαθές, ανατριχιαστικό βλέμμα μιας κόμπρας.

"Πώς το 'πες αυτό, βρε ανθρωπόμορφο κτήνος;" ρώτησε αγριεμένος όταν βεβαιώθηκε ότι ο Καραλάμπι φορούσε ακόμα τις χειροπέδες του και δεν αποτελούσε απειλή.

"Timendi causa est nescire."**

"Τι είναι αυτά που λες, ρε; Πουλάς τρέλα για να τη σκαπουλάρεις; Δε με ξέρεις καλά εμένανε. Θα σαπίσεις στη φυλακή."

"Dum spiro spero."***

"Καλαααά..." είπε ο Τεό. Έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα θα το έχανε τελικά το στιφάδο. Δεν μπορούσε να πάει στο "Αλέγκρο Τσουκάλι" με το Χάνιμπαλ Λέκτερ στο περιπολικό να λέει αλαμπουρνέζικα. Έκανε αναστροφή και πήρε το δρόμο για το αστυνομικό τμήμα.



***

Τρεις ώρες αργότερα, ο σερίφης είχε ενημερωθεί για τα καθέκαστα, το τσουβάλι με τα απομεινάρια είχε μπει στη συντήρηση του ψυγείου του Α.Τ., δίπλα στον εσπρέσο μπαμιάτο που είχε φέρει η ζωντοχήρα για τον Άντονι -ένα αηδιαστικό πρασινοζούμι με γάλα-, και ο Καραλάμπι βρισκόταν πίσω από της φυλακής τα σίδερα, δηλαδή στο μοναδικό κελί του τμήματος, απέναντι από το γραφείο του Τζουγκανάτο, φορώντας έναν ζουρλομανδύα που τους είχε κάνει δωρεά ο Σύλλογος Κυριών του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ για τις δύσκολες περιπτώσεις κρατουμένων -και ο οποίος μέχρι τώρα δεν είχε χρειαστεί ποτέ. Συνέχιζε να μιλάει ακατάληπτα, αν και ο σερίφης διαβεβαίωσε τον Τεό πως ο Τζον μιλούσε λατινικά.

"Πιστεύω πώς έπαθε γλωσσολαλία" αποφάνθηκε ο Άντονι.

"Τι είναι αυτό; Είναι μεταδοτικό;" ρώτησε ανήσυχος ο ντέπιουτι Στάμος.

"Μπα που να σε σηκώσει ανεμορούφουλας και να μη σε φέρει πίσω. Αστοιχείωτε! Η γλωσσολαλία είναι ένα φαινόμενο κατά το οποίο το υποκείμενο αρχίζει να μιλάει μια γλώσσα που πρωτύτερα δε γνώριζε" εξήγησε αγανακτισμένος ο σερίφης. Δε φτάνει που έπρεπε να πιει το σιχαμερό βατραχοχυμό της ζωντοχήρας, είχε και τον Τεό να ρωτάει μωρίες. "Επικοινώνησα με το δόκτορα Ζαγκαρόλα. Θα έρθει αργότερα να εξετάσει τα απομεινάρια και τον Τζον. Δε χωράει ο νους μου ότι έκανε τέτοιο πράγμα ο ξηνταβελόνης. Μήπως τον χτύπησε παράνοια, σχιζοφρένεια, σεληνιασμός... έλλειψη βιταμίνης Β12; Γύρευε από πότε έχει να φάει κρέας και ψάρια. Όπως και να'χει, ο δόκτωρ πιστεύει ότι με την κατραπακιά που του 'δωσες σείστηκε ο εγκέφαλος και έχουμε αυτό το φαινόμενο. Άκου δω" συνέχισε ο Άντονι. "Ο Ζαγκαρόλα πρότεινε να φέρουμε στον κρατούμενο αγαπητά του αντικείμενα από το σπίτι του μήπως έτσι επανέλθει στην πρότερη κατάσταση. Πετάξου στη χαμοκέλα του και φέρε ό,τι μπορείς."

"Και πού ξέρω γω ποια είναι τα αγαπημένα αντικείμενα του Καραλάμπι, αρχηγέ;"

"Μπα που να σε παρασύρει το ρέμα και να σε βγάλει στο Τιμπουκτού! Βοηθός σερίφη είσαι, κάτι θα σκεφτείς. Άντε, σβέλτα. Πάω να βρω τη μοσκιά μου. Αυτή θα ξέρει λατινικά, να μας βοηθήσει στη διερμηνεία. Α! Και δώσ' μου πίσω τα λεφτά για τη μπενζίνα μη σου μπάσω το διάολο μέσα σου!"

Όταν ο σερίφης έφυγε για το μαγαζί της ζωντοχήρας, το πετ-σοπ "Γάτα με Πέταλα", και ο Τεό έμεινε μόνος, κοίταξε χολωμένος τον Καραλάμπι. "Σκουλήκι! Υπάνθρωπε! Αντίχριστε! Λερναία Ύδρα! Βουρδούλακα! Εσύ κατασπάραξες τόσο κόσμο και γω θα μείνω νηστικός εξαιτίας σου. Μαύρη να 'ναι η ώρα σου!"

"In cauda venenum...****" είπε ο Τζον.

Ο Τεό του 'ριξε ένα φάσκελο και έφυγε για να βρει τα αγαπημένα αντικείμενα του Χασάπη του Γκρόουβ.



***

Ο Άντονι επέστρεψε χολοσκασμένος. Η Γάτα με Πέταλα ήταν κλειστή και η ζωντοχήρα άφαντη. Ποιος φυσιολογικός καταστηματάρχης βάζει λουκέτο στο μαγαζί και εξαφανίζεται σε εργάσιμες ώρες; Πού είχε πάει. Τι έκανε; Και το κυριότερο, με ποιον το έκανε; Εκεί που τον έζωναν τα μαύρα φίδια μπήκε μέσα ο Τεό κουβαλώντας παραμάσχαλα ένα χαρτοβικώτιο, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε ένα αγγούρι.

"Τι χάλια είναι αυτά;" είπε κατάπληκτος ο Άντονι. Η στολή του Τεό ήταν γεμάτη ιστούς από αράχνες, σκόνες και γατότριχες. "Και τι αγγούρι είναι αυτό;"

"Καλυβιώτικο νομίζω" απάντησε ο ντέπιουτι κοιτάζοντας το λαχανικό με βλέμμα αξιολόγησης.

"Εννοούσα γιατί το 'χεις μαζί σου!"

"Για να το φάω, για τι άλλο; Για ποιον με πέρασες; Το βρήκα στο σπίτι του ανώμαλου και το πήρα για να μην πάει χαμένο. Έκανα μια έρευνα στην παράγκα και όταν κατέβηκα στο κατώγι μου όρμησε μια στρατιά από γατιά. Αναρωτιέμαι τι τα θέλει τόσα γατιά. Μήπως τα τρώει κι αυτά;"

"Μην προτρέχεις σε συμπεράσματα. Ο Λίνκολν Ράιμ έχει πει πως η απάντηση βρίσκεται στη λεπτομέρεια."

"Ποιος είναι αυτός;" ρώτησε εντυπωσιασμένος ο Τεό.

"Ο καλύτερος αστυνομικός ντετέκτιβ της Νέας Υόρκης και ένας σπουδαίος εγκληματολόγος. Ο πρωταγωνιστής στο "Συλλέκτης Οστών", σε σκηνοθεσία Φίλιπ Νόις. Τον έπαιζε ο Ντένζελ Ουάσιγκτον. Λοιπόν, πάω για κατούρημα. Βάλε τα αντικείμενα στο κελί του Καραλάμπι και όταν γυρίσω θα τον βγάλουμε στο προαύλιο να τον χτυπήσει ο αέρας. Το σύστησε ο δόκτωρ Ζαγκαρόλα."

Επιστρέφοντας από την τουαλέτα, ο Άντονι μπήκε στο γραφείο του και του κόπηκαν τα ήπατα καθώς είδε απότομα μπροστά του ένα τέρας της κολάσεως, το μαυριδερό πρωτοξάδερφο του Κθούλου. "Παναγία Μπουρμπουρέλω, βοήθησέ με!" φώναξε.

"Εγώ είμαι αρχηγέ" είπε μια πνιχτή φωνή.

Ο Άντονι συνειδητοποίησε ότι το τέρας ήταν ο βοηθός του, που φορούσε ένα μαύρο πλεχτό φουλ-φέις με πλοκάμια. "Τι είναι αυτό το βδέλυγμα, αφορεσμένε; Θες να πάω από συγκοπή, που να βάζεις μπουκιά από το στόμα και να βγάζεις αχινό από τον κώλο!"

"Πώς κάνεις έτσι; Είπες ότι θα βγάλουμε τον ανθρωποφάγο στο προαύλιο. Στην τηλεόραση οι ειδικοί φρουροί φοράνε φουλ-φέις όταν μεταφέρουν τους συλληφθέντες. Μια και δεν έχω κανονικό, έβαλα αυτό που φορούσα στο μασκέ πάρτι με τις Τσέχες πέρυσι" εξήγησε ο Τεό.

"Ρουμάνες δεν ήταν;"

"Άλλο πάρτι αυτό."

Ο σερίφης αναστέναξε. Ο Τεό δεν προλάβαινε να καμακώνει γκομενάκια και εκείνος κυνηγούσε τη ζωντοχήρα που δεν τον είχε αφήσει να της πιάσει ούτε το χέρι και τον έκραζε κι από πάνω. Μα τι του έβρισκαν του μονάντερου; Αχ, μαύρη μοίρα που χαντακώνεις τα καλά παιδιά. Έριξε μια ματιά στο κελί, να δει τα πράγματα που είχε φέρει ο Τεό. Αφίσες του ΠΑΟΚ, φωτογραφίες με πορτοκαλιές, παλιά εισιτήρια από αγώνες, πέντ' έξι πλεχτά περουβιανά σκουφιά, ένα απόκομμα ΚΙΝΟ με κέρδος 100 ευρώ, μια γλάστρα με κουμκουάτ και μερικές αγριαγκινάρες. Ο Θεός να τους βοηθούσε!

"Τεό, έλα να τον βγάλουμε στο προαύλιο" είπε αποκαμωμένος. "Όταν τελειώσουμε, πάρε με τη σειρα τις ρούγες και ρώτα αν λείπει κανείς καιρό από το σπίτι του. Μάθε επίσης ποιος είδε τελευταία φορά τον Άντριου Χάτζι. Έχουμε κουπί να τραβήξουμε μ' αυτή την ιστορία."

"Quidquid latine dictum sit, altum videtur!*****" φώναξε από το κελί του ο Τζον.

Γ.Α.

(Συνεχίζεται)


ΓΛΩΣΣΑΡΙ
* Ο κακός νόμος δεν είναι καθόλου νόμος
** Η αιτία του φόβου είναι η άγνοια
*** Όσο ζω ελπίζω
**** Πίσω έχει η αχλάδα την ουρά
***** Ό,τι λέγεται στα λατινικά φαίνεται βαθυστόχαστο

28 Απριλίου, 2017

4



Ο ΒΟΗΘΟΣ ΣΕΡΙΦΗ του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ οδηγούσε με σταθερή ταχύτητα 60 χιλιομέτρων, όχι επειδή ήταν υπερβολικά προσεκτικός, αλλά γιατί κρατούσε το τιμόνι με το ένα χέρι ενώ με το άλλο έτρωγε ένα βρόμικο με τέσσερα είδη αλλαντικών (παστράμι, πικάντικο σαλάμι μπίρας, παστουρμά, σουτζούκι), ροκφόρ, κασέρι, τηγανητές πατάτες, ντομάτα, μανιτάρια, διπλή ομελέτα, καραμελωμένα κρεμμύδια, κέτσαπ και μουστάρδα, το οποίο ήθελε να απολαύσει. Η διαδρομή μέχρι το "Αλέγκρο Τσουκάλι" θα διαρκούσε περίπου είκοσι λεπτά, οπότε δεν ήθελε να του 'ρθει καμιά ζαλάδα από την πείνα μέχρι να βρεθεί εκεί και να γευτεί το θεϊκό στιφάδο της Άννι Γουίλκς. Η ζωή είναι ωραία, ρε φίλε, σκέφτηκε ικανοποιημένος. Νόστιμο φαγητό, επιτέλους μια περιπετειώδης δουλειά έπειτα από τη βαρεμάρα στο αποστακτήριο του Ντίμι Τζιανούλι, και τελευταίες και μη εξαιρετέες οι ωραίες γυναίκες του Γκρόουβ. Τι άλλο μπορούσε να ζητήσει ένας...
"Γαμώ το μουνί της πεταλούδας!" φώναξε μπουκωμένος, εκτοξεύοντας σάλια και αλεσμένη τροφή στο παρμπρίζ, σανιδώνοντας ταυτόχρονα το φρένο και αρπάζοντας το τιμόνι με τα δύο χέρια με αποτέλεσμα το απολαυστικό βρόμικο να πέσει πάνω του και να κατρακυλήσει στο πάτωμα του περιπολικού, ζωγραφίζοντας κατά τη διαδρομή ένα μονοπάτι από λάδια, κρεμμύδια, μουστάρδα και κέτσαπ στη στολή του.
Κάποιος μαλάκας είχε πεταχτεί σαν το Νουρέγιεφ στη μέση του δρόμου από τις πικροδάφνες στο πλάι του οδοστρώματος. Όταν συνήλθε από το ξάφνιασμα, ο Τεό βγήκε από το περιπολικό έξαλλος. Πάνω στην αναμπουμπούλα είχε πατήσει το σάντουιτς και το είχε κάνει αλοιφή για τους κοριούς. Ούτε το μισό δεν είχε φάει, γαμώ την αγανάκτηση!
"Τι στο διάβολο νομίζεις ότι κάνεις, ρε μπαγλαμά; Ευτυχώς που πήγαινα με..." Σταμάτησε απότομα κοιτάζοντας τον άντρα που στεκόταν στη μέση του δρόμου κάτασπρος, με γουρλωμένα μάτια, κρατώντας σφιχτά ένα τσουβάλι μπροστά στο στέρνο του. «Τζον, εσύ είσαι; Είσαι καλά;»
Ο Τζον Καραλάμπι ανοιγόκλεισε το στόμα του αλλά δεν βγήκε κανένας ήχος. Έπειτα από μερικές προσπάθειες ακόμα, βρήκε επιτέλους τη φωνή του. "Εεε… εεε… Εγώ… Ναι, καλά είμαι… Συγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω, ντέπιουτι Στάμος.»
«Γιατί πετάχτηκες στη μέση του δρόμου;»
«Δεν… δηλαδή… είχα… δεν είχα… πήγα… ερχόμουν από… Είδα μια οχιά!»
«Ε, και; Οχιά είδες, όχι ανακόντα. Πρώτη φορά βλέπεις; Κάθε μέρα τριγυρίζεις στα καταράχια και τα περιβόλια…» είπε ο Τεό. Έπειτα κοίταξε καχύποπτα το τσουβάλι που κρατούσε σφιχτά ο Τζον. Ο τύπος ήταν η μάστιγα των μποστανιών, ο όλεθρος των οπωρώνων, η συμφορά των ξέφραγων αμπελιών. Όχι ότι είχε διαμαρτυρηθεί κανείς στο αστυνομικό τμήμα για το πλιάτσικό του. Όλοι ήξεραν τι καρβουνοσάκουλο και καρμίρης ήταν. Άλλοι έκαναν το σκατό τους παξιμάδι, αυτός το έκανε πασχαλινό τσουρέκι και το κατανάλωνε μια φορά το χρόνο –για οικονομία. Οι κάτοικοι του Γκρόουβ τον θεωρούσαν ένα γραφικό εξηνταβελόνη και δεν τον παρεξηγούσαν. Όμως ο Τεό ήταν ένας εκπρόσωπος του Νόμου –δεν μπορούσε να κάνει τα στραβά μάτια ακόμα κι αν τα κλοπιμαία ήταν μερικά πεσμένα πορτοκάλια ή τρεις χούφτες μούσμουλα. Άσε που ήταν ακόμα χολωμένος για το αδικοχαμένο βρόμικο. «Τι έχεις εκεί μέσα;» ρώτησε.
«Πού;» είπε ο Τζον.
«Εκεί 1-0! Λολ… τρολόλ!» απάντησε ο Τεό ξεκαρδισμένος στα γέλια. Έπειτα σοβαρεύτηκε απότομα. Ήταν εν ώρα υπηρεσίας, διάβολε. «Στο τσουβάλι.»
«Τίποτα.»
«Άσ’ τα αυτά. Ποιος κακομοίρης κλαίει τα λαχανικά του; Τι έχεις τσουρνέψει σήμερα;»
«Τίποτα! Κάτι ζοχούς μάζεψα για να τους βράσω με κολοκύθα, φύλλα από κρεμμύδι και…»
«Σε ποιον τα πουλάς αυτά, ρε; Άδειασε το τσουβάλι αμέσως!»
«Μα σου λέω δεν έκλεψα τίποτα και…»
«Άδειασε το τσουβάλι ΤΩΡΑ, μη σε πάω δεμένο πισθάγκωνα στην ψειρού!» φώναξε με αυστηρό ύφος ο Τεό. Πάντα ήθελε να το πει αυτό. Σιγά μην πήγαινε τον τσιφούτη στο τμήμα για να τον ταΐσουν, να καλομάθει και να ρημάζει τις πορτοκαλιές κάθε τρεις και λίγο για να τον χώνουν μέσα για μασαμπούκα κούτρα.
Ο Τζον, που εκτός από φραγκοφονιάς του ελέους ήταν και χέστης, παραδόθηκε στη μοίρα του. Γύρισε το τσουβάλι ανάποδα και άδειασε το περιεχόμενο στο οδόστρωμα.
«Ε, θα πηδηχτώ από το παράθυρο!» αναφώνησε εμβρόντητος ο Τεό.
Από το τσουβάλι είχε πέσει ένας σωρός από μισοφαγωμένα ανθρώπινα κόκαλα: μηριαία οστά, παΐδια, ένας βραχίονας με την παλάμη ατόφια και μερικά κρανία, από τα οποία το ένα είχε και τη μύτη επάνω.
«Δεν είναι αυτό που νομιζ…»
«Ακίνητος, καργιόλη! Αν κουνηθείς σου την άναψα!» βρυχήθηκε ο Τεό και έκανε να τραβήξει το περίστροφό του, αλλά την ίδια κιόλας στιγμή θυμήθηκε πως το όπλο ήταν κλειδωμένο στο πορτμπαγκάζ του περιπολικού. «Να πάρει ο διάολος!» είπε και έτρεξε προς τα εκεί, όμως συνειδητοποίησε σχεδόν αμέσως πως είχε αφήσει τα κλειδιά στη μίζα. «Μη χέσω!» φώναξε και γύρισε πίσω να τα πάρει.
Από τότε που ο προηγούμενος βοηθός σερίφη, ο Ιλάι Μπακαλό, είχε πυροβολήσει το πόδι του τραβώντας όπλο για να την ανάψει σε μια γυναίκα που ανέβηκε με το αμάξι στο πεζοδρόμιο ενώ προσπαθούσε να παρκάρει, ο σερίφης είχε ζητήσει από τον αντικαταστάτη του Ιλάι –τον οποίο Ιλάι ξήλωσε με συνοπτικές διαδικασίες- να έχει το όπλο του στο πορτμπαγκάζ του περιπολικού για δύο λόγους. Πρώτον, η εγκληματικότητα στην πόλη ήταν μηδενική, άρα δεν είχε νόημα να οπλοφορεί και να τρομάζει ο κόσμος. Δεύτερον, στην περίπτωση που του ερχόταν να τη μπουμπουνίσει σε έναν πολίτη μόνο και μόνο επειδή ήταν φύλου θηλυκού, να είχε στη διάθεσή του χρόνο να το ξανασκεφτεί όσο θα πήγαινε στο πορτμπαγκάζ να βρει το όπλο του.
Ο Τεό άνοιξε γρήγορα το πορτμπαγκάζ και, έχοντας το ένα μάτι στραμμένο στον κανίβαλο, άρχισε να ανακατεύει αλλόφρων τα πράγματα που είχε πεταμένα μέσα. Μια σακούλα με πετονιές και αγκίστρια, το πτυσσόμενο καλάμι, κάτι παλιά τεύχη του «Ξέσκισέ με», άδεια σακουλάκια από πατατάκια, περιτυλίγματα από σουβλάκια και χάμπουργκερ, μια ξεραμένη φραντζόλα ολικής άλεσης –του την είχε χαρίσει ο Μάικ και δυστυχώς την είχε ξεχάσει εκεί, αλλά μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει σε κιμά για κεφτέδες και δεν την είχε πετάξει-, το καλάθι-παγίδα για τις καραβίδες, τη στολή του Μπάτμαν από τις απόκριες και.. ΝΑΙ! Κάτω από τα άδεια μπουκάλια του Τζόνι Γουόκερ Μπλου Λέιμπελ και τα κουτιά με τις καπότες που είχαν περισσέψει από το πάρτι στην παραλία με τις Ρουμάνες είδε την άκρη της κάννης του περίστροφου. Το άρπαξε και το έστρεψε στα τυφλά στον Τζον.
«Πέσε κάτω, ρε μαλάκα, και μη διανοηθείς να κάνεις καμιά εξυπνάδα γιατί θα σου γεμίσω την ψωμιέρα με κουμπότρυπες!» ούρλιαξε και ταυτόχρονα είδε έντρομος ότι δεν κρατούσε το υπηρεσιακό περίστροφο αλλά το πιστόλι τιμολόγησης που του είχε ξεμείνει από τότε που δούλευε στο Αποστακτήριο του Ντίμι. Βαγγελίστρα! Θα τον έτρωγε –κυριολεκτικά- μπαμπέσικα ο σχιζοφρενής ταλιροπαγίδας!
Ο Τζον σήκωσε τα χέρια του και έκανε ένα βήμα προς το μέρος του. «Μη, ντέπιουτι Στάμος! Σου είπα πως δεν είναι αυτό που…» Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Ο Τεό τινάχτηκε σαν ιαγουάρος που βλέπει το θήραμά του, έκανε ένα διπλό τόλουπ λόγω υπερέκκρισης αδρεναλίνης και καθώς προσγειωνόταν κοπάνησε με το πιστόλι τιμολόγησης την αιμοσταγή δεκαρομαζώχτρα στην κορυφή του κεφαλιού. Ο Καραλάμπι σωριάστηκε στο δρόμο σαν να τον χτύπησε κεραυνός.

Γ.Α.

(Συνεχίζεται)


3



Η ΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΝΤΟΝΙ πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Είχε φτάσει απόγευμα και ακόμα δεν είχαν κανένα στοιχείο για το κωλάντερο χωρίς όνομα. Έπρεπε να μάθουν επειγόντως σε ποιον ανήκε και, ει δυνατόν, να βρουν και το κορμί στο οποίο ήταν κάποτε φωλιασμένο. Κανονικά το ορφανό παχύ έντερο έπρεπε να αποσταλεί σε ομοσπονδιακό εγκληματολογικό εργαστήριο για εξέταση DNA, όμως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Αφενός ο Άντονι απεχθανόταν να παραδίδει σε ομοσπονδιακούς πράκτορες τις αστυνομικές υποθέσεις της πόλης του, αφετέρου ο προϋπολογισμός του γραφείου σερίφη είχε πέσει έξω εξαιτίας της σίτισης του Τεό και δεν είχαν χρήματα ούτε για πασατέμπο, πόσο μάλλον για κούριερ. Ήταν προτιμότερο να τον ντύνεις παρά να τον ταΐζεις αυτό τον άνθρωπο.
"Τρομάρα να σου'ρθει, κερατά! Το ταμείο βάρεσε φαλιμέντο. Ω, ρε, μπουσουλότο! Τι θα κάνουμε τώρα, μου λες; Βρε κακό που με βρήκε! Θα γίνω ρόμπα, θα φρίξει το σκυλί, θα..."
"Ηρέμησε, αρχηγέ, μην... γκνιαμ... γκνιαμ... σου'ρθει... σλουρπ... ντουβουρτζάς... μμμ... ωραία μπουγάτσα με κιμά φτιάχνει ο μπαγάσας ο Μάικ Καριάντι. Έξι έχω φάει σήμερα και δεν έχω καν φουσκώσει... Αφρός! Λοιπόν, αρχηγέ, άκου. Ποιος τους χέζει τους ομοσπονδιακούς και τα τεστ DNA, έχουμε άνθρωπο που θα μας βοηθήσει να μάθουμε σε ποιον ανήκει το κωλάντερο... αχχχ... γκνιαμ... μπουκιά και συγχώριο... να μου ζήσεις, Μάικ! Τι έλεγα; Α, ναι, για το κωλάντερο."
"Ποιος θα μας βοηθήσει; Εννοείς το δόκτορα Ζαγκαρόλα; Σου 'χω πει ότι ο παθολόγος της πόλης μας είναι απόγονος του μεγάλου Ιταλού γιατρού από τη Ρώμη που άνοιξε το 1870 ένα από τα πρότυπα ιατρεία στην Αθήνα και μετά άραξε στο Ληξούρι όπου είχε παντρευτεί η κόρη του τον Τυπάλδο Ξυδιά, τον μπατζανάκη του..."
"Καμιά δεκαριά φορές τον τελευταίο μήνα μόνο... Μωρέ, ποιος τον γαμεί τον ξεμωραμένο το Ζαγκαρόλα; Αυτός δε μπορεί να βρει του κώλου του την τρύπα, πόσο μάλλον τα κωλάντερα των άλλων. Εγώ λέω για εξπέρ του είδους, άτομο που μπροστά του ωχριούν τα ομοσπονδιακά εργαστήρια, μιλάμε για κορυφή στην Οπισθιολογία ... μμμ... μούρλια... ο κιμάς αφήνει μια επίγευση μπαχαρικού που δε αναγνωρίζω... μην είναι γκαράμ μασάλα; Πρέπει να ρωτήσω το Μάικ... Θα πάω τώρα, ευκαιρία να πάρω και κάνα δυο μπουγάτσες με κρέμα και κανέλα για να στυλωθώ" είπε ο Τεό και σηκώθηκε από την καρέκλα απέναντι από το γραφείο του Άντονι για να πάει στο αρτοποιείο-ζαχαροπλαστείο "Το Γκαστρωμένο Τσουρέκι".
"Βρε κερατά! Βρε αλουποπορδή! Έλα πίσω. Πάψε να μασάς, έφαγες το δαύλιακα, θα σου 'ρθει αγκούσα. Πες μου, βρε διάουτσε, ποιος θα μας βοηθήσει." Ο σερίφης του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ όποτε ανταριαζόταν θυμόταν το ιδίωμα των προγόνων του από τον ελατοσκέπαστο Αίνο.
"Α, ναι... Όχι ποιος, ποια να λες, αρχηγέ. Ποιο κορίτσι από τα ενισχυμένα είναι εξπέρ στην όπισθεν ανατομία; Ε; Ποιο;"
"Ποιο.... Ααα!" Τα μάτια του Άντονι έλαμψαν. "Η τέχνη, φλόγα, ζωή, μαργιόλα, μοσχοσάπουνο. Η Μόνικα Μπρούνι."
"Μπράβο, το βρήκες. Βρε, τι σερίφη έχει το Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ! Φεύγω τώρα. Γεια."
"Έλα δω, βρε ρεμπεσκέ, γύρνα πίσω μη σου ρίξω κάνα ξεμπάχαλο και κουδουνίσει το κεφάλι σου! Δεν θα πας πουθενά. Δηλαδή θα πας. Εγώ θα φύγω για το Σαλόν Μποτέ της Μόνικας και συ πετάξου στο "Αλέγκρο Τσουκάλι" να μιλήσεις με τους πελάτες και τη μαγείρισσα. Μπορεί να πήρε το μάτι τους τίποτα περίεργο γύρω από τη λίμνη."
"Σεφ" είπε ο Τεό.
"Τι σεφ και μεφ τσαμπουνάς πάλι;"
"Η Άννι Γουίλκς δεν είναι μαγείρισσα, είναι σεφ, αρχηγέ. Και μην αναφέρεις μπροστά της τέτοιο πράγμα γιατί κάνα δυο φορές που την είπανε μαγείρισσα γυάλισε επικίνδυνα το μάτι της."
"Α, δεν έχεις δίκιο. Είναι πολύ γλυκιά κοπέλα. Μειλίχια, καλομίλητη, πάντα ήρεμη. Μάλιστα το μαγοπούλι έχει γράψει ποίημα γι' αυτήν: Ούτε στο Ξι συνάντησα, μα ούτε στο Φισκάρδο, τέτοιο κορίτσι όμορφο, τόσο γλυκό στιφάδο..."
"Αμάν, αρχηγέ, πώς τα λες! Συγκινήθηκα και μου 'πεσε η πίεση. Πρέπει να φάω κάτι αλμυρό. Θα χτυπήσω καμιά διπλή μερίδα στιφάδο στο "Αλέγκρο Τσουκάλι" είπε ο Τεό και έγινε μπουχός προτού προλάβει να αντιδράσει ο σερίφης.
Ο Άντονι πήγε στην προσωπική του τουαλέτα στο τμήμα, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη, έστρωσε μαλλιά και μούσια, έριξε στα χέρια του λίγη Πάκο Ραμπάν και την έτριψε στο πρόσωπό του. Στη συνέχεια έβαλε το καπέλο του, φόρεσε το ντιζαϊνάτο γυαλί του, πήρε και το φορητό ψυγειάκι πικνίκ με το κωλάντερο ον δι ροκς και κατέβηκε στο πάρκινγκ για το περιπολικό του. Εκεί, αφού στρογγυλοκάθησε στη θέση του οδηγού, γύρισε το κλειδί και... και ΤΙΠΟΤΑ! Ένας σύντομος έλεγχος αποκάλυψε πως το ρεζερβουάρ δεν είχε σταγόνα βενζίνη. Μα πώς ήταν δυνατόν, γαμώ το εορτολόγιο; Είχε δώσει χρήματα στον Τεό να του το γεμίσει με ένα μπιτονάκι το πρωί και... Ο Τεό! Να από πού θα έβγαινε η διπλή μερίδα του στιφάδου! Έπειτα από ένα δεκάλεπτο λιβανίσματος αγίων, οσίων και ιερομαρτύρων, ο Άντονι το 'κοψε με τα πόδια για το Σαλόν Μποτέ "Το Τορνευτό Καπούλι" με το ψυγειάκι παραμάσχαλα.
Όταν έφτασε εκεί καταϊδρωμένος και με κομμένη την ανάσα, η βοηθός πιστολάκι τον ενημέρωσε πως η ματμαζέλ Μόνικα θα τον δεχόταν στο προσωπικό μπουντουάρ της. Ο Άντονι κορδώθηκε, πήγε στο δωμάτιο και χτύπησε την πόρτα.
"Πώς είσαι έτσι, χρυσό μου;" τον ρώτησε η διάσημη τράβελ-γκερλ του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ όταν μπήκε μέσα. Ξαπλωμένη μπρούμυτα στο ανάκλιντρό της, με ένα ολόσωμο διάφανο κορμάκι με μαύρα κεντητά σχέδια και τα περιβόητα τορνευτά καπούλια της τουρλωμένα ήταν μια οπτασία που έκανε τον καμελούτσο του Άντονι να τραγουδήσει την άρια Voi che sapete che cosa è amor από τους Γάμους του Φίγκαρο. "Το χάλι σου το μαύρο έχεις."
"Τέχνη, φλόγα, ζωή, μαγνήτη, σταλακτίτη, το ξέρω ότι είμαι ανάξιος να λούζομαι στο φως της λάμψης σου, αλλά..."
"Πες μου ότι έφερες τα εισιτήρια για την κρουαζιέρα που μου 'χεις τάξει."
"Φλογερή θεά μου, λόγω τιμής σου λέω πως..."
"Κατάλαβα. Τ' αρχίδια σου τα τζούφια έφερες. Οτιδήποτε άλλο θέλεις ολοκλήρωσέ το σε τρία λεπτά και κόψε ρόδα μυρωμένα γιατί περιμένω έναν μπασκεμπολίτσα για σιάτσου και αγιουβέρδα."
"Μάλιστα, κυρία." Ο Άντονι την πλησίασε και άνοιξε μπροστά της το ψυγειάκι με το μακάβριο εύρημα.
"Ίου, ρε μαλάκα! Πώς βρέθηκε στα χέρια σου το κωλάντερο του Άντριου Χάτζι;"
"Του ποιου; Μη μου πεις ότι αναγνώρισες με μια ματιά σε ποιον ανήκει!" είπε έκπληκτος ο Άντονι.
"Μπρίκια κολλάμε, αγάπη; Για ποια με πέρασες; Μπορώ να σου περιγράψω με λεπτομέρεια τα κωλάντερα των αρσενικών σε ακτίνα είκοσι χιλιομέτρων. Για να καταλάβεις, το κωλάντερο είναι σαν το σύστημα Μπράιγ. Αν έχεις εξασκημένα και επιδέξια δάχτυλα διαβάζεις Μπράιγ. Αν έχεις εξασκημένα και επιδέξια άλλα σημεία του σώματός σου -if you know what I mean- μπορείς να "διαβάσεις" τα κωλάντερα."
"Εκτός από το δικό μου" είπε με κάποια περηφάνια ο Άντονι.
"Καλομελέτα κι έρχεται" μουρμούρισε η Μόνικα.
"Τι είπες, γλυκιά μου;"
"Τίποτα, κοιμήσου. Συνέχισε, θέλω να πω."
"Υπέρλαμπρο άστρο, απαστράπτον διαμάντι του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ, ξελογιάστρα Σαλώμη με τα επτά πέπλα, σε εκλιπαρω να μην αναφέρεις πουθενά το λόγο της επίσκεψής μου και τη συζήτησή μας, και σου ζητώ να μου πεις ό,τι γνωρίζεις γι' αυτόν τον Άντριου Χάτζι."
"Είμαι τάφος" τον διαβεβαίωσε η Μόνικα και στη συνέχεια του είπε όσα ήξερε για τον κάτοχο του ασώματου κωλάντερου, τον κέρασε ένα λουκούμι τριαντάφυλλο και τον ξεπροβόδισε. Όταν έμεινε μόνη της πήρε το κινητό της, σχημάτισε έναν αριθμό και αφού της απάντησαν είπε: "Άννι, η Μόνικα είμαι. Τάξε μου!"

Γ.Α.

(Συνεχίζεται)


2



Η ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ του σερίφη κυλούσε απελπιστικά αργά. Το Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ δεν ήταν ακριβώς Καράκας στην εγκληματικότητα. Ο τελευταίος βίαιος θάνατος στη γραφική κωμόπολη ήταν του Σαλβατόρε Κομματάς, ενός ελληνικής καταγωγής λαθροκυνηγού αγριογούρουνων, που πέθανε από εσωτερική αιμορραγία κατά τη διάρκεια φετιχιστικής αυτοϊκανοποίησης η οποία συμπεριλάμβανε μια νυφίτσα πασαλειμμένη με γράσο σιλικόνης, ένα τεύχος του περιοδικού "Φλεγόμενοι Σφιγκτήρες" και τον πρωκτό του ανδρός -η νυφίτσα επέζησε ανοίγοντας δρόμο και καταφέρνοντας να βγει από το αριστερό ρουθούνι του Σαλβατόρε, όμως εκείνος δεν στάθηκε το ίδιο τυχερός.
Ο Άντονι Τζουγκανάτο άφησε τη μυγοσκοτώστρα με την οποία έλιωνε τις μύγες που μαζεύονταν γύρω από το γραφείο του και κοίταξε μελαγχολικά τα πιάτα που βρίσκονταν μπροστά του. Χάμπουργκερ, μερίδες γύρου, πατάτες τηγανιτές, κοκορέτσι, ντόνατς και... μπάμιες. Πασχίζοντας να αναχαιτίσει το κύμα αναγούλας που σηκώθηκε από το στομάχι του στη θέα των μισητών γλιτσιασμένων λαχανικών, έφερε στο μυαλό του το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του και μαγείρισσα του αηδιαστικού πιάτου -την Τζοάνα Ανάστο, που ανάθεμα την ώρα που ΄χε ρίξει το βλέμμα του πάνω της. Η σατανική ζωντοχήρα ήξερε πως τα σωθικά του Άντονι -και ένα ακόμα σημείο της ανατομίας του- καίγονταν για εκείνη και τον βασάνιζε αδίστακτα. Την τελευταία βδομάδα του έφερνε καθημερινά από ένα πιάτο μπάμιες μαγειρεμένες με διαφορετικό κάθε φορά τρόπο, υποστηρίζοντας πως τον ήθελε για δοκιμαστή γιατί θα έπαιρνε μέρος στο διαγωνισμό για τη νοστιμότερη συνταγή για μπάμιες που διοργάνωνε ο Σύλλογος Κυριών του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ, μια και η μπάμια ήταν το λαχανικό-μασκότ της κωμόπολης προς τιμήν του μέσου όρου μεγέθους πέους των αντρών της. Ο Άντονι απεχθανόταν τις μπάμιες περισσότερο και από τους πεσμένους γυναικείους κώλους, αλλά η αντρική τιμή του δεν του επέτρεπε να πει ψέματα στη μοσκιά* του ότι δήθεν τις είχε φάει -ΕΠΡΕΠΕ να τις κατεβάσει έστω και σπρώχνοντάς τις με λαμπάδα στον οισοφάγο. Σήκωσε το πιρούνι του με βαριά καρδιά, κάρφωσε την πιο μικρή μπάμια, ένα σιχαμερό μακρουλό ξέρασμα που έμοιαζε με πράσινη παραβρασμένη κάμπια ή με γυμνοσάλιαγκα που είχε κολλήσει σύφιλη, ή με κουραδάκι από σκυλί τσιουάουα που είχε φάει βρούβες ή...
"Αρχηγεεεέ... Αρχηγεεεέ..." ακούστηκε μια φωνή και ο Τεό Στάμος, ο βοηθός του Άντονι -σαν να λέμε ο ντέπιουτι- μπούκαρε στο γραφείο χωρίς να χτυπήσει την πόρτα.
Ο Άντονι τον κοίταξε τσαντισμένος. "Δε σου'χω πει να χτυπάς προτού μπεις, ρε κερατά; Θες να σου μπάσω το διάολο μέσα σου;"
Ο Τεό δεν απάντησε. Το βλέμμα του είχε κολλήσει σαν υπνωτισμένο στο ποτ-πουρί εδεσμάτων πάνω στο γραφείο. Τελικά κατάφερε να μιλήσει, ρουφώντας ταυτόχρονα τα σάλια του."Τι βλέπω, αρχηγέ; Πάλι πέρασαν οι κυρίες της πόλης από δω και σου 'φεραν καλούδια; Πάνω στην ώρα ήρθα, με αγαπάνε και οι τρεις πρώην πεθερές μου."
"Αφορεσμένε, που να σου πάρει ο διάολος τσι προγόνοι, το πρωί δεν έφαγες τρεις μπουγάτσες με κρέμα, δυο σάντουιτς με γύρο, έξι αβγά Τουρκίας, τις καραμέλες που έχουμε για τους επισκέπτες, τα στραγάλια που είχαν ξεμείνει στο φοριαμό από το περυσινό πρωτοχρονιάτικο πάρτι, το μπολ με τη σκυλοτροφή που είχα αφήσει πάνω στο γραφείο μου για τον Κ9 Αζόρ και το μπονσάι που πέρασες για σαλάτα;"
"Ε, αυτά ήταν πρόγευμα, κοντεύει δύο, αρχηγέ... Τέλος πάντων, για άλλο σε ήθελα. Καθώς έκανα περιπολία κοντά στο "Αλέγκρο Τσουκάλι" είπα να ρίξω κάνα δυο πετονιές στη λίμνη. Έπιασα που λες έναν κυπρίνο πέντε κιλά. Όταν τον ξεκοίλιασα για να τον καθαρίσω βρήκα αυτό!" Ο Τεό άφησε πάνω στο γραφείο του Άντονι ένα σακουλάκι στοιχείων που περιείχε ένα μακρύ υγρό γκριζωπό πράγμα που έμοιαζε με σάρκινο σωλήνα.
"Τι είναι αυτή η αηδία;" είπε με αποστροφή ο Άντονι. Είχαν βαλθεί να τον ξεκάνουν όλοι σήμερα. Πρώτα η ζωντοχήρα, τώρα ο βοηθός του.
"Ορθόν" απάντησε ο Τεό.
"Ποιο;"
"Τι ποιο;" ρώτησε ο Τεό.
"Ποιο είναι ορθόν;"
"Αυτό 1-0, αρχηγέ... λολ"
"Μπα, που να σε φάει ο λύκος, κερατά! Τι ορθόν και λάθος μου λες;" φώναξε ο Άντονι.
"Ορθόν, αρχηγέ! Πώς το λένε; Απευθυσμένο. Παχύ έντερο. Πρωκτικός σωλήνας. Μπουμπάρι. Κωλάντερο, ρε παιδί μου!"
"ΚΩΛΑΝΤΕΡΟ; Τι κωλάντερο, πού κωλάντερο, πώς κωλάντερο; Ποιανού το κωλάντερο; Είχε καμιά νυφίτσα μέσα;" ρώτησε κάτωχρος ο Άντονι. Το μόνο που του έλειπε τώρα ήταν μια επιδημία φετιχιστών που έχωναν νυφίτσες στον κώλο τους.
"Τι νυφίτσα, καλέ; Στο στομάχι του κυπρίνου σου λέω το βρήκα. Πάντως είναι ανθρώπινο. Το ξέρω γιατί έχω ξαναδεί σε μια παλιότερη υπόθεση. Θυμάσαι το Σαλβατόρε Κομματάς; Ε, το δικό του."
Ο Άντονι έκλεισε τα μάτια του. Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως το χειρότερο που μπορούσε να συμβεί στη μέρα του ήταν οι μπάμιες της ζωντοχήρας. Να όμως που ένα άγνωστης ταυτότητας κωλάντερο είχε έρθει να τον διαψεύσει.

Γ.Α.

(Συνεχίζεται)


* Ονομασία τού φυτού ροδή η μόσχοσμος.


1 - Το στόρι

ΣΤΗΝ ΑΠΟΜΟΝΩΜΕΝΗ ειδυλλιακή κωμόπολη Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ, πληθυσμού περίπου 48.000 κατοίκων (όσο η Δράμα πάνω κάτω) καταφτάνει μια καινούρια κάτοικος -η γλυκιά Άννι Γουίλκς- και ανοίγει το παραλίμνιο γκουρμέ εστιατόριο "Το Αλέγκρο Τσουκάλι". Κανείς δε γνωρίζει το παραμικρό για το παρελθόν της Άννι, όμως ο μειλίχιος χαρακτήρας και η ήπιων τόνων προσωπικότητά της κερδίζουν γρήγορα τους κατοίκους της κωμόπολης που συρρέουν αγεληδόν στο Αλέγκρο Τσουκάλι για να δοκιμάσουν το περίφημο στιφάδο της. Ωστόσο, όσο η φήμη της βυζαρούς σεφ μεγαλώνει, ο αρσενικός πληθυσμός του Λόνλι Γουίμενς Γκρόουβ φθίνει και οι ντόπιες γίνονται ακόμα πιο μοναχικές. Άντρες εξαφανίζονται ο ένας μετά τον άλλον χωρίς καμία εξήγηση. Ο δαιμόνιος σερίφης της κωμόπολης Άντονι Τζουγκανάτο -σχεδόν εξίσου δαιμόνιος με τον επιθεωρητή Κλουζό- στην προσπάθειά του να βρει τα ίχνη των εξαφανισθέντων αντρών ανακαλύπτει κάποια ανησυχητικά στοιχεία: μερικά ανθρώπινα μηριαία οστά μισοφαγωμένα από τους ασβούς και τις αλεπούδες στο δάσος πέρα από το Αλέγκρο Τσουκάλι, μια αχρησιμοποίητη καπότα-σελιδοδείκτη στο Κεφάλαιο του Μαρξ με το οποίο στήριζε το κουτσό τραπεζάκι του καφέ στο σαλόνι του, μια πουά κάλτσα που είχε χάσει το φθινόπωρο του 1982 και ένα αγνώστου ταυτότητας αντρικό παχύ έντερο στο στομάχι ενός κυπρίνου που ψάρεψε ο βοηθός του Τεό Στάμος στην προβλήτα πέρα από το εστιατόριο. Πώς συνδέονται όλα αυτά με το γεγονός ότι οι εξαφανισμένοι άντρες ήταν σύμφωνα με έγκυρες μαρτυρίες ξεσαμάρωτα γαϊδούρια; Τι σχέση έχει με την Άννι Γουίλκς ο πληθωρικός αλλόθρησκος περιπτεράς Βουστάσης Χασάν; Υπάρχει κάποιο κρυπτογραφημένο μήνυμα στο αυτοκόλλητο "Τον Πούλοβιτς!" που είναι κολλημένο στον προφυλακτήρα του στέισον βάγκον με το οποίο η Άννι Γουίλκς μεταφέρει τις προμήθειες για το εστιατόριό της; Θα επιδράσουν καταλυτικά οι μπάμιες της ανατριχιαστικής ζωντοχήρας -και στενής φίλης της Άννι- Τζοάνα Ανάστο στην παραπλάνηση του Άντονι; Τι κρύβει τελικά το ομιχλώδες παρελθόν της Άννι Γουίλκς; Οι απαντήσεις στο καταιγιστικής δράσης μυθιστόρημα "Σε τούτα δω τα χώματα κανείς δεν είναι βίγκαν".


16

ΤΟ ΠΕΡΙΠΟΛΙΚΟ του ντέπιουτι Στάμος έτριζε και βογκούσε σαν σουμιές σε επαρχιακό γαμιστρώνα καθώς έτρεχε πολύ πάνω από το όριο ταχύτητας...